Συνέντευξη με την Εύη Τσάνα για το βιβλίο της “Πράξη Πρώτη: Συγκατοίκησης” 13 Οκτωβρίου, 2020 – Posted in: Συνεντεύξεις

Έχουμε τη μεγάλη χαρά να σας παρουσιάσουμε τη συνέντευξη που παραχώρησε η κυρία Εύη Τσάνα στον Θεόδωρο Τσιριγώτη αναφορικά με το βιβλίο της “Πράξη Πρώτη: Συγκατοίκησης”. Ακολουθεί η συνέντευξη.


 

Θεόδωρος Τσιριγώτης: Αγαπητή κα. Τσάνα, σας ευχαριστούμε θερμά για τη παραχώρηση της συνέντευξης. Μιλήστε μας για εσάς, να σας γνωρίσουμε καλύτερα. Πως προέκυψε το συγκεκριμένο βιβλίο;

Εύη Τσάνα: Καλημέρα σας! Με τιμά η πρόσκληση σας, και σας ευχαριστώ πολύ.

Γεννήθηκα στην Αθήνα ίσα για να αναφέρεται στην ταυτότητα μου η πρωτεύουσα, οι γονείς μου όμως, πολύ νωρίς, από τα τέσσερα χρόνια μου, πήραν εμένα και τα 2 μικρότερα αδέρφια μου και μετακόμισαν στην δική τους πάτρια γη, την Κρήτη, και συγκεκριμένα σε ένα πολύ μικρό (τότε) παραθαλάσσιο χωριό, τον Πλακιά. Για να φανταστείτε για τι πράγμα μιλάω, τα μόνο παιδιά τότε στον Πλακιά ήμουν εγώ και τα αδέρφια μου! Άν μάλωνες με κάποιον από τους δύο, αυτόματα έχανες το ένα τρίτο της παρέας! Ήταν μοναδικής ομορφιάς τα χρόνια εκείνα, και βλέποντας το όλο εγχείρημα από την σημερινή μου ηλικία και οπτική, ένα τεράστιο βήμα θάρρους και τρέλας (συχνά πάνε μαζί αυτά) των γονιών μου που με 3 παιδιά αγνόησαν και αδιαφόρησαν για τις προοπτικές που δίνει μια πόλη στα τέκνα, και επέλεξαν αυτή την ζωή και πραγματικότητα για εκείνους και εμάς. Και από αυτή την πρώτη ανατροπή, τελικά η ζωή μου συνεχίζει να κυλά με πολλές αλλαγές και συχνές μετακινήσεις.

Σπούδασα διακόσμηση εσωτερικού χώρου αρχικά στην Αθήνα και κατόπιν στη Φλωρεντία, αλλάζοντας σκηνικά και πραγματικότητες, γλώσσες και εικόνες, τοπία και ανθρώπους, διευρύνοντας αντίληψη, βιώματα και γνώσεις. Η ανάγκη δημιουργίας και προσωπικής έκφρασης με έστρεψε στα εικαστικά και έχω εκθέσει τις δημιουργίες μου σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Πριν 2 χρόνια, επέστρεψα στην Κρήτη από το Μιλάνο όπου ζούσα με την οικογένεια μου τα τελευταία χρόνια και η έλλειψη ενός εργαστηρίου όπου θα μπορούσα να εργαστώ με τα συνήθη υλικά μου, ξύλα και χρώματα, άρχισε να πιέζει. Και κάπου εκεί, η ανάγκη έκφρασης διοχετεύτηκε σε λέξεις, μια δραστηριότητα η οποία τελικά, κυριολεκτικά, με ρούφηξε. Από τη στιγμή που άρχισα να γράφω και μετά, ότι με περιέβαλε, γίνονταν λέξεις. Τα μέσα, τα έξω, οι σκέψεις, οι εμπειρίες, οι εικόνες, τα βιώματα, οι άλλοι, και κυρίως εγώ σε σχέση με όλα αυτά, όλα ήταν πρώτη ύλη (ξανά) όχι πια για τρισδιάστατες αποτυπώσεις, αλλά για λεκτικές δομές, που σκοπό είχαν να απομονώσουν το απόσταγμα και την ουσία της στιγμής.

 

Θ.Τ: Για ποιον λόγο επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;

Ε.Τ.: Δυσκολεύτηκα αρκετά για να βρω τίτλο για αυτό το βιβλίο. Σίγουρα παίζει μεγάλη σημασία και το γεγονός ότι τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν ως μια προσωπική καταγραφή εντυπώσεων για ατομική χρήση, και σε αυτές τις διαδικασίες δεν χρειάζονται τίτλοι.

Η διαδικασία αναζήτησης τίτλου αποδείχτηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της ολοκλήρωσης του βιβλίου, καθότι έψαχνα αυτή τη μία φράση ή λέξη που θα ένωνε σε ένα σύνολο, όλα αυτά τα σκόρπια μέρη. Και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είναι σκόρπια μέρη όπως νόμιζα. Έχουν ένα πολύ σημαντικό κοινό σημείο, το οποίο είναι η δική μου πορεία. Αυτή την πορεία αποφάσισα να χωρίσω σε κομμάτια, ονομάζοντας τα “πράξεις”, εξού και το Πράξη Πρώτη, ως μια χρονική συντεταγμένη.

Ο υπότιτλος είναι ακόμα πιο ουσιαστικός για το συγκεκριμένο βιβλίο.

Η λέξη Συγκατοίκησης φέρνει συνήθως στο νου μία συμβίωση με κάποιον ή κάποιους άλλους. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που με γοήτευσε και το οποίο ήταν ο λόγος για τον οποίο η συγκεκριμένη λέξη ταίριαξε στο υλικό του βιβλίου, είναι ότι συγκατοικούμε ήδη με πολλά από μόνοι μας! Συγκατοικούμε με τις πεποιθήσεις μας, με υιοθετημένες δομές που άλλοι μας μπόλιασαν και που ορίζουν ένα ποσοστό του ποιοι είμαστε, συγκατοικούμε με τις ιδέες μας για τον κόσμο, με τις απόψεις μας για ότι συμβαίνει, συγκατοικούμε με τα όνειρα μας, με τους φόβους μας, με τα ανεκπλήρωτα μας, συγκατοικούμε με τις επιθυμίες μας και συγκατοικούμε – εν τέλη- και με άλλους ανθρώπους και τις δικές τους αντίστοιχα δομές. Στο βιβλίο είναι έντονη αυτή η προσπάθεια συμβίωσης, κατανόησης, συνύπαρξης με όλα αυτά τα κομμάτια που αποτελούν Εαυτό, και τα αντίστοιχα πολυδιάστατα σχήματα των άλλων. Η αναγνώριση και συγκατοίκηση με με τον άγνωστο εαυτό μας και με τους άλλους και τα δικά τους άγνωστα μέρη.

 

Θ.Τ: Από που αντλήσατε το υλικό σας;

Ε.Τ.: Η παρούσα στιγμή, είναι για εμένα η μεγαλύτερη πηγή πρώτης ύλης. Δεν χρειάζομαι καμία ιδιαίτερη συνθήκη για να αντλήσω υλικό, θεωρώ ότι ό,τι μας περιβάλει είναι απολύτως μοναδικό και ποιητικό, αρκεί να “τραβήξουμε το πέπλο της αδιαφορίας” από τα μάτια μας, όπως εύχομαι, (ζητώντας βοήθεια από τη Μούσα) στο ποίημα “Προσευχή”. Τα πάντα είναι ανεπανάληπτα, από τη φύση που μας φιλοξενεί, ως τα “ανθρώπων έργα” που δημιουργούμε, από τους ήχους και τις μυρωδιές, έως τους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας και ζούμε μαζί τους χρόνια. Μια απλή χειρονομία, μια επαναλαμβανόμενη μηχανικά κίνηση, μία πράξη, μία σιωπή, μία αλλαγή, μια οποιαδήποτε κατάσταση, είναι θαυμαστή και άξια παρατήρησης και καταγραφής. Οι άνθρωποι που υπήρξαν πρωταγωνιστές σε πολλά από τα γραπτά μου, δεν έχουν ιδέα για το ρόλο που έχει παίξει η κίνηση τους, τα λόγια τους, η εικόνα τους σε εμένα. Πολλοί από αυτούς είναι άγνωστοι που πέρασαν δίπλα μου σε απόσταση οπτικής επαφής και η ματιά μου κατέγραψε τη στιγμή. “Η τωρινή στιγμή” με όλα όσα περιέχει, μπορεί να περάσει από δίπλα μας είτε ως “διάφανη, γλιστρώντας από την αντίληψη…” (“Είμεθα καλά”) είτε να προσεχθεί αποκτώντας την πολυτιμότητα που της αξίζει και και που εμπεριέχει ήδη.

Και τη στιγμή εκείνη που το τώρα “καταγράφεται”, ενεργοποιείται η μνήμη, η οποία λειτουργεί ως συμπληρωματικό στοιχείο. Επιστρέφω προς τα πίσω είτε με υποθέσεις είτε σε δικές μου θέσεις και καταστάσεις, με αφορμή μια σκέψη ή μια εικόνα του παρόντος και εκεί πάνω αφήνω το συναίσθημα και την ανάμνηση να λειτουργήσουν και να βρουν υπόσταση σε μορφή λέξεων.

 

Θ.Τ: Τι εκπροσωπεί για εσάς το συγκεκριμένο βιβλίο;

Ε.Τ.: Το βιβλίο αυτό, είναι για εμένα ένα ακόμα βήμα. Επιθυμώ πια να κάνω βήματα προς άγνωστες πορείες, δεν θέλω να εκφράζει την καθημερινότητα και τη ζωή μου ο στίχος “έχω ναυλώσει ένα κόσμο για να κάνω το γύρο μιας βάρκας” όπως περιγράφει το σημείο η Κική Δημουλά.

Είναι χώρος που παραχώρησα στα συναισθήματα μου και που έγιναν σκέψεις και λέξεις, είναι φως που έριξα στις στις ανασφάλειες μου, είναι μια ευθεία ματιά στους φόβους μου, είναι μια αναζήτηση που της δόθηκε υπόσταση. Αυτό το βιβλίο για εμένα είναι μια απόδειξη θάρρους και αποδόμησης.

Θάρρους, καθότι το γράψιμο ήταν η προσωπική μου χαρτογράφηση, ήταν η βαλβίδα αποσυμπίεσης στην αναζήτηση νοήματος σε όλα όσα με δυσκόλευαν, η ανάγκη μου να κατανοήσω δομές, ισορροπίες, ανισορροπίες, πλαίσια, όρια, συμπεριφορές, άκρα, εαυτό, και τόσα πολλά άλλα εντελώς δικά μου, και σε καμία περίπτωση δεν φανταζόμουν ότι όλο αυτό το υλικό θα το κρατούσα στα χέρια μου ως βιβλίο, και θα το έβγαζα έξω σε δημόσια θέα.

Όλα όσα με λέξεις περιγράφω είναι απολύτως αυτοβιογραφικά με σχεδόν δημοσιογραφικό τρόπο, και το “καμία σχέση με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα” δεν ταιριάζει εδώ. Το βιβλίο περιγράφει μια χρονική εποχή της ζωής μου, ένα τμήμα, είναι μια πράξη, η Πρώτη, καθότι η ζωή δεν σταματά, συνεχίζει, και η ανακάλυψη νέων πτυχών του εαυτού και της ζωής, με εκπλήσσει και με εντυπωσιάζει πάντα.

Αποδόμησης γιατί διαπίστωσα ότι χρειάζεται να αποβάλω χαρακτηριστικά και ιδιότητες που είχα καταχωρήσει ως “εαυτό” μου, και που ενώ για χρόνια υπήρξαν ωφέλημα, από κάποιο σημείο και μετά λειτουργούν ως άγκυρες εμποδίζοντας με να αλλάξω σημείο. “Ώσπου να διαχειριστώ την ύπαρξή σου μέσα μου, κανείς καιρός δεν είναι για ταξίδι…” (“Μέσα μου”)

 

Θ.Τ: Τα ποιήματά σας κάνουν συχνά λόγω για την απουσία. Μιλήστε μας για τις σκέψεις σας γύρω από την απουσία.

Ε.Τ.: Έχετε δίκιο, η απουσία κάνει αισθητή την παρουσία της σε όλο το βιβλίο!

Με έχει απασχολήσει αρκετά τα τελευταία χρόνια, και έχω προσπαθήσει να την ορίσω για να καταφέρω να την διαχειριστώ, με διάφορους τρόπους. Την έχω αναπαραστήσει και ως εικαστικό έργο, στη σύνθεση “Οδός Απουσίας 100”.

Σε αρκετές φάσεις της ζωής μου την έχω βιώσει είτε ως τετελεσμένο, είτε ως κενό. Αυτές οι δύο μορφές απουσίας είναι δύο πολύ διαφορετικά σημεία, που λειτουργούν μέσα μας με πολύ διαφορετικό τρόπο, και επιτελούν πολύ διαφορετικό έργο. Παρόλο που συνήθως ως απουσία αντιλαμβανόμαστε την μη παρουσία κάποιου άλλου, η μη παρουσία στον εαυτό μας είναι η μεγαλύτερη απουσία.

 

Θ.Τ: Άραγε, η απουσία είναι ένας μικρός θάνατος;

Ε.Τ.: Η ερώτηση σας είναι πολύ καλή. Θα προσπαθήσω να απαντήσω όσο πιο συνοπτικά μπορώ, ορίζοντας πρώτα, εντελώς υποκειμενικά, το θάνατο, στην όποια ερμηνεία του κι αν πλησιάσουμε, περνάμε σε εδάφη της ψυχής και της μεταφυσικής.

Ο θάνατος είναι κάτι οριστικό και τετελεσμένο. Είναι το ένα εκείνο σημείο σε μία από τις πορείες της ζωής μας, την φυσική, όπου δεν έχουμε πια καμία διαπραγματευτική δυνατότητα. Είναι το ανεπιστρεπτί σημείο, είναι το απόλυτο. Η επίγνωση αυτής της μη ύπαρξης επιλογής, της μη ύπαρξης εναλλακτικής, τον κάνει κατά τη γνώμη μου απελευθερωτικό. Ελάχιστες στιγμές πριν τον “βιώσουμε” -πόσο ανατρεπτική λέξη για τον θάνατο- θεωρώ ότι εμπεριέχει ησυχία και γαλήνη επειδή το μυαλό μας κατανοεί ότι δεν έχει τίποτα άλλο για να εναντιωθεί και αφήνεται… Εμπιστεύεται την διαδικασία, όχι ως αποτέλεσμα σκέψης και απόφασης, αλλά ως αναπόσπαστο και φυσικό μέρος αυτής. Σε αυτό το σημείο, η ισορροπία που χτίζεται από την ισόποση συνύπαρξη των αντιθέτων επιτυγχάνεται και απελευθερώνει.

Από την άλλη, η εκτός τετελεσμένου απουσία, αυτό το κενό, η έλλειψη εαυτού που νιώθουμε, δεν λειτουργεί απελευθερωτικά αυτή καθ΄αυτή, έχει όμως μια πολύ σημαντική λειτουργία. Λειτουργεί κατά τη γνώμη μου, ωθητικά. Εμπεριέχοντας την (ασυνείδητη πολλές φορές) βεβαιότητα ότι αυτή η αίσθηση δεν είναι ένα ακόμα τετελεσμένο και μπορεί να αλλάξει, μας “αναγκάζει” να πάρουμε θέση ως προς το κενό και τη δυσφορία που βιώνουμε. Η έντονη, επίμονη και πολύ συχνά καταπιεστική σκέψη της αποβολής της, είναι το εναρκτήριο έναυσμα που χρειάζεται ο αδύναμος εαυτός μας για να αποβάλει το φόβο, να βγει εκεί έξω και να δράσει.

Αυτή η ώθηση μέχρι την στιγμή που θα βρει τη σωστή συντεταγμένη, καταναλώνεται σε λάθος σημεία. Στον εύκολο δρόμο, σε επιλογές όπου δεν θα χρειαστεί να έχουμε πολλές απώλειες και αλλαγές, εξαντλείται μέσα στην ψευδαίσθηση ότι αυτό το κενό θα γεμίσει είτε από κάποιον εξωτερικό παράγοντα, ένα προϊόν, μία εμπειρία, ή έναν άλλον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα όμως, έτσι συντηρείται και μεγαλώνει. Όταν καταλάβουμε ότι μόνο δικό μας είναι, ότι μόνο εμάς αφορά και κανέναν άλλο, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι από εμάς τους ίδιους γεννιέται και τρέφεται και αναλάβουμε την ευθύνη, τότε μόνο θα αρχίσουμε να βαδίζουμε προς το σημείο εκείνο στο οποίο η απουσία δεν θα έχει χώρο να υπάρξει, επειδή θα έχει επέλθει η πιο ουσιαστική από τις μορφές συγκατοίκησης, η συγκατοίκηση με την πληρότητα που δίνει ο ίδιος ο εαυτός μας.

Και για να απαντήσω εν τέλει στην ερώτηση σας, η απουσία κατά την γνώμη μου είναι η εμπειρία μιας μορφής “θανάτου” ο οποίος στην ουσία είναι και ο μόνος δρόμος προς την Ανάσταση.

 

Θ.Τ: Το βιβλίο αυτό το έχετε αφιερώσει στην Ελευθερία Μυτηληνάκη. Πως συνδέεται με τον τίτλο του βιβλίου «Πράξη πρώτη»;

Ε.Τ.: Με την κ. Μυτηληνάκη, συναντήθηκαν οι δρόμοι μας σε μία χρονική στιγμή όπου η ώθηση που ασκούσε η αίσθηση της απουσίας που αναφέρω πιο πάνω είχε πάψει να μπορεί πια να εκτονωθεί σε υποκατάστατα και πίεζε προς την ουσία. Ήταν προφανές είτε ήθελα να το παραδεχτώ είτε όχι, ότι μία σειρά από επιλογές που σκοπό είχαν την αποβολή αυτής της έλλειψης νοήματος και ουσίας είχε απομυθοποιηθεί και είχε περίτρανα αποδειχτεί η ανικανότητα τους. Από αυτό το δικό μου σημείο εκκίνησης που τότε είχα ονομάσει “κρίση” και μετονομάστηκε από εκείνη σε “αναζήτηση” ξεκίνησε μία συμπόρευση την οποία περιγράφω στο ποίημα που αναφέρετε σε εκείνη.

Ελευθερία

Κανένα είδωλό μου δεν τάισες Ελευθερία,
και έτσι πεινασμένη
με έστειλες να ψάξω
ό,τι πραγματικά με θρέφει…

Ο τίτλος λειτουργεί εδώ με τη διπλή του υπόσταση, ως υποκείμενο αναφερόμενο στο φυσικό πρόσωπο, και ως προορισμό γιατί βήμα το βήμα μαζί της και μετά από τις απαραίτητες ανασκαφές και απομυθοποιήσεις, γκρεμίστηκαν είδωλα και άλλα ψεύδη, οδηγώντας με σε όλο και περισσότερη προσωπική αλήθεια, η οποία τελικά είναι σχεδόν συνώνυμο πια μέσα μου, ως Ελευθερία.

Ακόμα το βιβλίο είναι αφιερωμένο στους δύο γιους μου, οι οποίοι ως “ταξιδευτές τις σάρκας μου στον κόσμο” κάποια στιγμή θα απομακρυνθούν από την οικογενειακή στέγη, δεν θα πάψουν όμως να είναι παντοτινοί συγκάτοικοι στην καρδιά. Αυτή η σχέση μάνας-παιδιού, στην μοναδικότητα της κάθε δυάδας που ανά δύο δημιουργείται, πιστεύω ότι όποια απόχρωση και να έχει, δεν μετακομίζει ποτέ έξω από την καρδιά και είναι ίσως από τις λίγες μορφές συγκατοίκησης που μπορούν να φέρουν τον τίτλο του παντοτινού.

 

Θ.Τ: Θα μπορούσατε να ξεχωρίσετε κάποιο ποίημα που συνδέεται με κάποιο βίωμά σας και να μας μιλήσετε για αυτό;

Ε.Τ.: Όπως αναφέρω ήδη πιο πάνω, όλα τα ποιήματα μου είναι βιωματικά.

Είναι καταγραφές εσωτερικών πιέσεων οι οποίες αντανάκλασαν και επίμονα συνέχιζαν να αντανακλούν στον εξωτερικό κόσμο μέσω των εμπειριών μου στέλνοντας μου πληροφορίες με σκοπό την αλλαγή. Θα χρησιμοποιήσω εδώ τον ορισμό αυτού του σημείου, τον καλύτερο που ξέρω, και που με τόση ουσία και τέχνη έχει διατυπώσει ο Ν. Καζαντζάκης. “Η στερνή, η πιο ιερή μορφή θεωρίας είναι η πράξη”. Τα ποιήματα μου είναι περιγραφές τελικά, θεωριών που προηγούνται της πράξης. Με πολλούς τρόπους έχω περιγράψει πολλά σημεία, μέχρι να “πεισθώ” να αρχίσω να κινούμαι. Στο ποίημα “Τσίτσο το λιμάνι φεύγει”, φαίνεται καθαρά αυτή η πάλη, με όλες τις ανασφάλειες και τους φόβους που η αλλαγή εμπεριέχει και η σαρωτική δύναμη της πράξης όταν φτάσει η ώρα της. Ακόμα και κάτι το τόσο απλό, όπως είναι το να φτιάξεις “σωστά” τις βαλίτσες για ένα μικρό ταξίδι, απαιτεί να “ξεμπερδέψεις τα απαραίτητα από τα περιττά”. Η ίδια απαίτηση υπάρχει και στην ανάγκη μιας πολύ μεγαλύτερης και ουσιαστικής αλλαγής στη ζωή μας, ακόμα κι άν κάποια πράγματα είναι τόσο παγιωμένα και σταθερά όπως ένα λιμάνι. Εν τέλη ήταν ξεκάθαρη η αίσθηση ότι υπήρξα κι εγώ η ίδια ώς λιμάνι, όμως ακόμα και ώς τέτοιο, από τη στιγμή που “δεν έμενε τίποτα να περιμένω πιά” , φεύγω. Ναι, πολλές φορές φεύγει το λιμάνι…

 

Θ.Τ: «Τσίτσο, το λιμάνι φεύγει!»

Ε.Τ.: Αναχώρηση.
Λίγο πιο νωρίς από την προβλεπόμενη ώρα.
Είχαν φορτωθεί όλα.
Δεν έμενε τίποτα να περιμένω πια.
Τα απαραίτητα ήταν σίγουρα εκεί.
Τα περιττά το ίδιο.
Πάντα τα μπέρδευα, έτσι τα έπαιρνα όλα.
Με κοίταζες και δεν έλεγες τίποτα.
Ήσουν εκεί, αλλά είχες ήδη φύγει
πριν απ’ την προβλεπόμενη μέρα.
Απαραίτητος μα και τόσο περιττός.
Πάντα τα μπέρδευα, έτσι δεν αποφάσιζα.
Να είναι το καράβι που φεύγει ή το λιμάνι;
Πάντα τα μπέρδευα.

 

Θ.Τ: Να αναμένουμε, «Πράξη Δεύτερη»;

Ε.Τ.: Ως δημιουργός, μου συμβαίνει να βρίσκομαι συνήθως σε ένα άλλο σημείο από το έργο το οποίο παρουσιάζω. Θέλω να πω ότι η στιγμή παρουσίασης και έκθεσης του όποιου έργου, εικαστικού, γραπτού ή όποιου άλλου είναι η αποτύπωση μιας φέτας του παρελθόντος του δημιουργού του. Η προσωπική μου αναζήτηση και η καταγραφή εντυπώσεων είναι μια διαδικασία η οποία παρά τα όποια διαλείμματα δεν σταματά. Εκφράζεται εκτός από την εικαστική δημιουργία, και με το γράψιμο τώρα πια. Έχω ήδη νέο υλικό από τα πιο πρόσφατα σημεία μου, από τις νέες “πράξεις” του ταξιδιού και η Πράξη Δεύτερη είναι στα σκαριά. Μετά την Συγκατοίκηση, έρχονται τα πήγαινε έλα, και η επιθυμία καταγραφής εντυπώσεων μέσα από νέα ερεθίσματα. Έτσι έχω αρχίσει τις ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ, που θα είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου.

 

Θ.Τ: Θα μου επιτρέψετε αφού σας ευχαριστήσω να κλείσω με το αγαπημένο μου ποίημα της συλλογής σας:

Αναμνήσεις

Τις μάζευα χρόνια.
Ολόκληρη συλλογή.
Δική σου, δική μου,
ποιος νοιάζεται;
Τότε μαζί.
Άραγε τι μάζεψες εσύ;
Ποτέ δεν πρόσεχες πολύ,
μονίμως απορροφημένος αλλού.
Η συλλογή σου διανθισμένη με άλλα.
Δικά σου, δικά μας,
ποιος νοιάζεται;
Τώρα μόνοι.

Ε.Τ.: Θα ήθελα κι εγώ με τη σειρά μου να σας ευχαριστήσω θερμά, και να σας ευχηθώ καλή δύναμη στο έργο σας.


 

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο της κυρίας Τσάνα εδώ.

 

« Συνέντευξη με τη Dr. Susan Howard, συγγραφέα του “Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία & Συμβουλευτική: Εγχειρίδιο Ανάπτυξης Δεξιοτήτων”
Προτάσεις Βιβλιοθεραπείας »